Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ (σχόλια...!!!)

Γράφει ο Δρ. Κούρος Σταμάτης

Με τον εγωκεντρισμό, όπως η ίδια η λέξη το υποδηλώνει, η νόηση επικεντρώνεται στο εγώ. Η επικέντρωση αυτή έχει ως συνέπεια την αδυναμία του ατόμου να βλέπει τον κόσμο υπό διαφορετική οπτική γωνία εκτός από τη δική του.[βλ. α(1) και β(1)].

                Υπάρχουν δυο είδη εγωκεντρισμού: ο νοητικός εγωκεντρισμός και ο συναισθηματικός εγωκεντρισμός.

                Ο νοητικός εγωκεντρισμός, που επονομάζεται από το J. Piaget (Ζ. Πιαζέ) παιδικός εγωκεντρισμός, εκδηλούμενος με διαφορετικές μορφές από τη γέννηση μέχρι και την εφηβική ηλικία, εμφανίζει έντονα τα χαρακτηριστικά της αδυναμίας για κριτική σκέψη κατά την προσχολική περίοδο (2 έως 6-7 έτη), λόγω των ατελών νοητικών λειτουργιών και της ανεπαρκούς κοινωνικοποίησης του παιδιού. Ένα παιδί π.χ. 5 ετών περίπου μπροστά σε 6 αυγοθήκες που βρίσκονται στη σειρά και φέρουν η κάθε μία από ένα αυγό παραδέχεται ότι τα αυγά είναι τόσα όσα και οι αυγοθήκες. Αν όμως βγάλουμε τα αυγά και τα τοποθετήσουμε σε πιο αραιά διαστήματα μεταξύ τους, ώστε να φτιάχνουν μια παράλληλη σειρά μεγαλύτερη σε μήκος από εκείνη των αυγοθηκών, τότε λέει ότι τα αυγά είναι περισσότερα από τις αυγοθήκες, γιατί η προσοχή και η σκέψη του παιδιού προσκολλάται μόνο στο διάστημα που απλώνεται η ποσότητα των αυγών χωρίς να μεριμνά για την αντιστοιχία αυγών – αυγοθηκών. Επομένως ο παιδικός εγωκεντρισμός είναι μία φυσιολογική κατάσταση «διανοητικής τάξεως».[βλ. β(1), β(2)].

                Ο συναισθηματικός εγωκεντρισμός, που αναλύουμε στο παρόν δημοσίευμα, αφορά άτομα τα οποία ενώ δε στερούνται πλήρων νοητικών λειτουργιών εντούτοις καθηλώνονται στη δική τους οπτική γωνία και αδυνατούν να κρίνουν πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, σχέσεις κ.α. υπό διαφορετικό πρίσμα, κατά τρόπο αντικειμενικό.[βλ. α(1) και γ(1)].

                Στην προκειμένη περίπτωση ο εγωκεντρισμός είναι "συναισθηματικής τάξεως", καθ’ όσον αιτία της ανεπαρκούς κριτικής σκέψης είναι η μη υγιής εξέλιξη της συναισθηματικής πλευράς της προσωπικότητας.

                Ο συναισθηματικός εγωκεντρισμός οικοδομείται σε ολότελα διαφορετική και πολύ πιο περίπλοκη βάση από το νοητικό εγωκεντρισμό. [βλ. α(1)].

                Συγκεκριμένα η οικοδόμησή του αρχίζει από την παιδική ηλικία, όταν το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα μη ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον, όπου αντιμετωπίζει ποικίλες συμπεριφορές από γονείς κυριαρχικούς και υπερπροστατευτικούς, απειλητικούς, οξύθυμους, πολύ απαιτητικούς, ιδιότροπους, μεροληπτικούς, υποκριτές, αδιάφορους κλπ. Το παιδί υπό την επίδραση των δυσμενών αυτών οικογενειακών συνθηκών αισθάνεται πως δεν ανήκει κάπου και ότι είναι απομονωμένο και αβοήθητο. Νοιώθει ένα έντονο αίσθημα αόριστης ανησυχίας και ανασφάλειας το οποίο αποκαλείται βασικό άγχος.

                Το βασικό αυτό άγχος το εμποδίζει να εκδηλώνει αυθόρμητα τα αληθινά του αισθήματα στις σχέσεις του με τους άλλους και για να τα βγάζει πέρα μαζί τους εξευρίσκει διάφορες μεθόδους, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με το χαρακτήρα του παιδιού. Έτσι μπορεί π.χ. ένα παιδί στις σχέσεις του με τους ενήλικες να φθάνει στα άκρα και να παρουσιάζει κατά τρόπο αφύσικο μια απόλυτα πειθαρχημένη συμπεριφορά. Άλλο παιδί είναι δυνατό να γίνεται επιθετικό, ενώ ένα άλλο να επιζητεί την απομόνωση. Δημιουργείται λοιπόν, λόγω του βασικού άγχους, μία συναισθηματική σύγκρουση στις σχέσεις του με τους άλλους, η οποία επονομάζεται βασική σύγκρουση και της οποίας η επίλυση ή όχι έχει αποφασιστική σημασία στην κατοπινή πορεία της ανάπτυξης του ατόμου. 

                Στην πορεία, το βασικό άγχος, η βασική σύγκρουση και τα συναισθήματα κατωτερότητας εντός της ανταγωνιστικής κοινωνίας δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο εξ’ αιτίας του οποίου εδραιώνεται μέσα στο άτομο η έλλειψη γνήσιας αυτοπεποίθησης. Ως φυσικό επακόλουθο της έλλειψης γνήσιας αυτοπεποίθησης και των συναισθημάτων κατωτερότητας έναντι των άλλων προκύπτει, σαν διέξοδο ανακούφισης , η ανάγκη ανύψωσης του εαυτού του πάνω απ’ όλους.  

Από τη στιγμή που νιώθει ότι ο γνήσιος εαυτός του δεν του προσδίδει το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή το αίσθημα σπουδαιότητας και δυνάμεως που του εγγυώνται το αίσθημα ασφάλειας, αρχίζει να χτίζεται στη σκέψη του δια της φαντασίας σιγά σιγά και ασυνείδητα η ιδεατή (εξιδανικευμένη) εικόνα για τον εαυτό του.

Όσο το αίσθημα ασφάλειας γίνεται υπέρτατη ανάγκη τόσο περισσότερο παραβλέπει τα βαθύτερα γνήσια του αισθήματα, τις επιθυμίες και τις σκέψεις του που θεωρεί λιγότερο σπουδαία μπροστά στα συναισθήματα εκείνα τα οποία του παρέχουν ασφάλεια.  Έτσι, σταδιακά αναφύεται μια αποξένωση του ατόμου από το γνήσιο εαυτό του, τη θέση του οποίου τελικά παίρνει ο ιδεατός εαυτός με τον οποίο ταυτίζει την εξιδανικευμένη εικόνα που διεργάσθηκε στο μυαλό του και προίκισε με απεριόριστες δυνάμεις και υπερβολικές ικανότητες.   Ο ιδεατός πλέον εαυτός γίνεται η προοπτική από την οποία κοιτάζει τον εαυτό του,  ο κανόνας συγκρίσεως βάσει του οποίου κρίνει τον εαυτό του.

Την αναλυθείσα, ως άνω, πορεία προς την οικοδόμηση του ιδεατού εαυτού [βλ. α(2)] θα μπορούσαμε να αποδώσουμε σχηματικά ως ακολούθως:

    1. Βασικό άγχος       2. Βασική σύγκρουση      3. Έλλειψη γνήσιας αυτοπεποίθησης      4. Ανάγκη ανύψωσης εαυτού πάνω απ’ όλους         5. Εξιδανικευμένη εικόνα εαυτού         6. Ταύτιση εξιδανικευμένης εικόνας με τον ιδεατό εαυτό.              

Με την οικοδόμηση του ιδεατού εαυτού το άτομο αποπροσανατολίζεται και αντί να αγωνίζεται με τρόπο υγιή για να ν’ αυτοκαταξιωθεί κτίζοντας το γνήσιο εαυτό του παλεύει και κατατρύχεται για να φθάσει στον ιδεατό (θεοποιημένο) εαυτό του. Στην εναγώνια αυτή πάλη του γεννιέται μέσα του αναπόφευκτα μια πιο περιεκτική παρόρμηση: η αναζήτηση της δόξας, η οποία έχοντας ως πυρήνα της την αυτοεξιδανίκευση εκδηλώνεται με τρία βασικά στοιχεία. [βλ. α(3)].

         i.            Ως ανάγκη για τελειότητα, όταν επιδιώκει, όχι απλώς το ρετουσάρισμα, αλλά την ανάπλαση της προσωπικότητάς του, ώστε αυτή να πάρει την τέλεια μορφή της εξιδανικευμένης εικόνας που έχει πλάσει για τον εαυτό του. Εδώ έχουμε ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τα άτομα εκείνα που προβαίνουν σε αλλεπάλληλες πλαστικές εγχειρίσεις, παρά το ότι δεν είναι δύσμορφα στο πρόσωπο ή το σώμα, για να του προσδώσουν την ιδεατή εικόνα που έχουν στη φαντασία τους για τον εαυτό τους. Ψυχαναγκαστική επίσης τελειομανία που στο πυρήνα της βρίσκεται η εγωπάθεια και όχι το μεράκι εντοπίζει κανείς και σε άτομα με επιστημονική, πολιτιστική, καλλιτεχνική κ.λ.π. ενασχόληση.

       ii.            Ως νοσηρή φιλοδοξία, στη προσπάθεια του να υπερέχει πάντοτε στο κάθε τι και σε κάθε τομέα, χωρίς να ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο της φιλοδοξίας του, αλλά γι’ αυτήν καθαυτήν την υπεροχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούν τα άτομα που επιδιώκουν πάση θυσία ν’ αποκτήσουν κάποιο πτυχίο, όχι από ενδιαφέρον και ιδιαίτερη κλίση για τις σπουδές που αντιπροσωπεύει, αλλά γιατί το πτυχίο αυτό λόγω του υψηλού κύρους (Prestige) που διαθέτει, τα κάνει να νοιώσουν την ποθούμενη υπεροχή έναντι των άλλων. Επισημαίνουμε ότι εξαιρούνται όσοι πετυχαίνουν στις πανελλήνιες εξετάσεις σε κάποια σχολή, όχι πάντα της αρεσκείας τους, την οποία παρακολουθούν εξ’ ανάγκης για την επαγγελματική τους αποκατάσταση.

      iii.            Ως θριαμβευτική εκδίκηση, οπότε η επιδίωξη του ατόμου για υπεροχή συνδυάζεται με την τάση του να ταπεινώνει και να εξουθενώνει τους άλλους μέσω των επιτυχιών του. Αν μάλιστα δε μπορεί να έχει επιτυχίες, τότε η τάση για υπεροχή μετατίθεται στη φαντασία του και συνδυάζεται με επιτυχίες που φαντασιώνεται.  Στη βαρύτερη αυτή συμπλεγματική κατάσταση εκδηλώνεται ως ασυνείδητη και ακατανίκητη παρόρμηση ν’ απογοητεύει τους άλλους, να σκοτώνει τη χαρά τους  ή να τους εξουθενώνει στις προσωπικές του σχέσεις.

Με τέτοια νοσηρή παρόρμηση, να προσβάλλουν και να απαξιώνουν τους άλλους απρόκλητα, άμεσα ή έμμεσα με αιχμές και υπονοούμενα, τα άτομα αυτά προκαλούν την αποστροφή και την απέχθεια, γίνονται αντιπαθητικά και τελικά όλοι τους αποφεύγουν και τους απομονώνουν.

Παρά τους αντισταθμιστικούς και άλλους αμυντικούς μηχανισμούς [βλ.γ(2).]που επιστρατεύει το εγωκεντρικό άτομο, εντούτοις δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει το ζητούμενο, δηλαδή την αυτοπεποίθηση και τον αυτοσεβασμό. Εξακολουθεί να του λείπει εκείνη η αυτοπεποίθηση που έχει και ο πιο απλοϊκός βοσκός. Αναζητά αδιάκοπα επιβεβαίωση της αξίας του στα αξιώματα και τη φήμη που τυχόν απέκτησε. Νοιώθοντας δε ανασφαλής μέσα στην αλαζονεία του καταρρέει μόλις βρεθεί εκτός εξουσίας, επιρροής και επαίνων ή συναντήσει αποτυχίες.

Ο εγωκεντρικός με την εξιδανικευμένη εικόνα που έκτισε για τον εαυτό του αποκτά ένα κίβδηλο δώρο,τη νοσηρή υπερηφάνεια, η οποία αν και μοιάζει με την υγιή υπερηφάνεια, διαφέρει απ’ αυτήν επί της ουσίας, αφού η μεν πρώτη (η νοσηρή) βασίζεται σε ιδιότητες που το άτομο δεν έχει ή θα ήθελε να οικειοποιηθεί με τη φαντασία του, η δε δεύτερη (η υγιής) βασίζεται σε πραγματικές ιδιότητες του ατόμου π.χ. σε μία πράξη ηθικού θάρρους ή σε ένα γενικά περιεκτικό αίσθημα για την ίδια την αξία του, σ’ ένα σιωπηρό αίσθημα αξιοπρέπειας.

Ο συναισθηματικός εγωκεντρισμός είναι έκδηλος μέσα σε ποικίλες νοσηρές αξιώσεις εκ των οποίων ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές:[βλ.α(4)].

-          Όλα τα πράγματα στους εγωκεντρικούς πρέπει να έρχονται ευνοϊκά, χωρίς να καταβάλλουν καμιά προσπάθεια.

-          Ζουν με το αίσθημα ότι αυτοί δε θα μπορούσαν να γεράσουν ή να πεθάνουν ή να τους συμβεί κάποιο κακό.

-          Έχουν την άτεγκτη αξίωση να μην έχουν κανένα πρόβλημα, ότι δεν δικαιούνται μονάχα μία ζωή απαλλαγμένη από προσωπικά προβλήματα, αλλά και να κατέχουν όλες τις εξαιρετικές ιδιότητες διασημοτήτων στον πνευματικό, πολιτικό ή καλλιτεχνικό τομέα. Μεταμφιεσμένη μάλιστα η αξίωση αυτή, γιατί είναι τελείως παράλογη, εμφανίζεται με τη μορφή μνησίκακου φθόνου έναντι ανθρώπων που είναι πιο προικισμένοι απ’ αυτούς.

-          Έχουν την αξίωση ότι πρέπει να τους προσφερθεί μια τιμητική θέση, μια αύξηση μισθού, χωρίς να το έχουν ζητήσει.

-          Οι εγωκεντρικοί νοιώθουν την ανάγκη να έχουν πάντα δίκιο. Η ανάγκη αυτή τους κάνει να πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να μην υφίστανται καμιά κριτική ή να μη θέσει κανείς σε αμφισβήτηση τα λεγόμενά τους.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές αυτό που ήδη αναφέραμε : ότι δηλαδή όπως  ο νοητικός (παιδικός) εγωκεντρισμός εμποδίζει τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας να έχουν κριτική σκέψη έτσι και ο συναισθηματικός εγωκεντρισμός στερεί τη δυνατότητα από ενήλικες, παρά τις ώριμες νοητικές λειτουργίες τους, να σκεφθούν λογικά.

Η KarenHorneyσχολιάζοντας ποικίλες εγωκεντρικές αξιώσεις επισημαίνει: [Βλ.α(5)]. «Είναι εκπληκτικό πόσο ανόητοι μπορούν να καταντήσουν ορισμένοι εγωκεντρικοί, που κατά τα άλλα είναι έξυπνοι…». Ο δε Νικόλαος Πετρουλάκης για τη φύση του εγωκεντρισμού γράφει: [Βλ.γ(1)]. Ο εγωκεντρισμός παρουσιάζεται ως επί το πλείστον στην παιδική ηλικία. Όμως δεν είναι λίγοι οι έφηβοι και οι ενήλικες που εξακολουθούν να παρουσιάζουν όμοια σχεδόν με τα παιδιά διαγωγή για να πετύχουν απραγματοποίητες επιθυμίες τους. Θα μπορούσε επίσης κανείς να κάνει την υπόθεση εργασίας ότι ένα μέρος των απόψεων του Ρόμπερτ Μούζιλ στο βιβλίο του «περί βλακείας» και του Διονύση Χαριτόπουλου στο βιβλίο του «εγχειρίδιο βλακείας» βρίσκει την ψυχολογική θεμελίωση του στο συναισθηματικό εγωκεντρισμό.

Συγκεκριμένα, ο Ρόμπερτ Μούζιλ διακρίνει δυο κατά βάση πολύ διαφορετικά είδη βλακείας: [βλ. δ. (1)]

α) Μια έντιμη και απλή βλακεία, η οποία οφείλεται σ’ ένα αδύνατο μυαλό με φτωχές παραστάσεις και πολύ πενιχρό λεξιλόγιο, που καθιστούν το άτομο αργόστροφο και αδέξιο. Με μια λέξη πρόκειται για την συμπαθητική αμιγή βλακεία, που αν δεν ήταν σε σημείο απόγνωσης ανεπίδεκτη διδασκαλίας, θα ήταν  χαριτωμένη.

β) Μια εξεζητημένη, ανώτερη, «ευφυής» βλακεία, η οποία βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την έντιμη βλακεία. Το είδος αυτό της «ευφυούς» βλακείας είναι έκδηλο στα άτομα εκείνα που διεκδικούν επιδόσεις που δεν τους ταιριάζουν. Η αιτία δηλαδή μιας τέτοιας βλακείας δε βρίσκεται τόσο στην έλλειψη ευφυΐας όσο στην αδυναμία χαλιναγώγησης της διαταραγμένης συναισθηματικής κατάστασης από τη λογική. Άλλωστε, είναι πλέον κοινά αποδεκτό στη σύγχρονη ψυχολογία ότι, αν και υπάρχει μια ορισμένη αυτονομία της δραστηριότητας του μυαλού, εντούτοις όλες οι λειτουργίες της νόησης (προσοχή, μνήμη, αντίληψη, φαντασία κ.α.) εξαρτώνται και από τις συναισθηματικές ιδιότητες.

Συντελείται μάλιστα τόσο στα ψυχικά όσο και στα πνευματικά βιώματα μια δεύτερη διήθηση της ευφυΐας και του συναισθήματος που είναι εντελώς αδιάσπαστη.

                Από τα προαναφερθέντα γίνεται κατανοητή η από αρχαιοτάτων χρόνων αποδιδόμενη συνάφεια μεταξύ βλακείας και ματαιοδοξίας, οι οποίες μάλιστα θεωρούνται δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τη συνάφεια αυτή μεταξύ βλακείας και ματαιοδοξίας αποδίδει πολύ εύστοχα το γερμανικό γνωμικό: «βλακεία και περηφάνια φυτρώνουν στο ίδιο δέντρο»  »[βλ. δ. (2)]

O Διονύσης Χαριτόπουλος συμφωνώντας με τον Μπερξόν (Bergson) ότι «ευφυΐα είναι η ισορροπία ενστίκτων, συναισθημάτων και νόησης»[βλ. ε (1)], στηλιτεύει με χιούμορ ποικίλες εγωκεντρικές συμπεριφορές. Για την αλαζονική π.χ. στάση κάποιων λόγω απόκτησης πτυχίου ή πτυχίων γράφει: [βλ. ε(2)].«… Μόνο σαν ειρωνικό σχόλιο γίνεται δεκτό πως όποιος μνημόνευσε μια ντάνα βιβλία και τσέπωσε ένα χαρτί έγινε αυτομάτως επιστήμων. Άλλο μνήμη και πολυγνωσία και εντελώς άλλο σκέψη. Το φωνάζουν αιώνες οι αρχαίοι (Ηράκλειτος, Δημόκριτος), το λέει γουστόζικα και η ξένη παροιμία: “γνώσεις χωρίς μυαλό είναι γάιδαρος φορτωμένος βιβλία”». Αναφέρει μάλιστα ως παράδειγμα έναν υψηλόβαθμο διπλωμάτη και πολιτικό επιστήμονα, γνώστη εφτά ξένων γλωσσών, τον οποίο πρότειναν κατά τη δεκαετία του 1970 στον τότε Πρωθυπουργό ως βοηθό στην εξωτερική του πολιτική. Ο έμπειρος πολιτικός που γνώριζε τον προτεινόμενο αγρίεψε: “Τι να τον κάνω αυτόν; Και στις εφτά γλώσσες βλακείες θα λέει!”. [βλ. ε(3)]

                Τον εγωκεντρικό που επιδιώκει να επιβάλλει τη «θεοποιημένη» εικόνα για τον εαυτό του με επιδεικτικό τρόπο σατιρίζει με καυστικό χιούμορ: [βλ. ε(4)]«…Η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του τον χαντακώνει και γίνεται γραφικός, δήθεν… ψώνιο… νούμερο. Ο χρυσός κανόνας των παλιών «τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που δικαιούσαι» δεν ισχύει για το ψώνιο που ζει εν αναμονή του θριάμβου του και φαντασιώνεται για τον εαυτό του όσα δεν είναι και όσα δε δύναται…» και συνεχίζει: [βλ. ε(4)]«… Το νούμερο θορυβεί, επιζητεί το «θεαθήναι», τα μάτια του κόσμου, σαν να βρίσκεται επί σκηνής: η κίνηση, το ύφος, ο τόνος της φωνής, το κόρδωμα, απευθύνονται πάντα σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο του πραγματικού, στη σύμπασα κοινωνία. Ακόμα και σε ιδιάζουσες περιπτώσεις που υποδύεται το σεμνό, ανιδιοτελή και ”Lowprofile” (χαμηλών τόνων) πάλι να εντυπωσιάσει θέλει. ».

                Συμπερασματικά, οι ακόλουθες σκέψεις της Κ. Horneyαπλοποιημένες μπορούν ν’ αποτελέσουν πολύτιμη πυξίδα για μια προσαρμοστική, χωρίς εγωκεντρικές αξιώσεις, πορεία στη ζωή του ανθρώπου: Για να καταφέρει να ζει το άτομο πρέπει να προβλέπει τις δυνατότητες που έχει και να οραματίζεται θέτοντας στόχους για το εγγύς και απώτερο μέλλον. Ταυτόχρονα όμως οφείλει να συνειδητοποιεί τους περιορισμούς και τα εμπόδια που βάζουν οι ποικίλες ανάγκες και νόμοι. Να λαμβάνει υπόψη του δηλαδή το «χειροπιαστό».  [βλ. α (6)].

Θεσσαλονίκη Ιούνιος 2015

Κούρος Σταμάτης

Διδάκτωρ Παιδαγωγικής Ψυχολογίας

Universitè Paris – 7 –   Jussieu

π. Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε.

                                π. Συντονιστής Π.Ε. Ελληνόγλωσσης Εκπαίδευσης

 Β.Ρ.Β. Γερμανίας

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α. KARENHORNEY: Ο ρόλος της νεύρωσης και η ανέλιξη της προσωπικότητας. Μετάφραση: ΚΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ, εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε. (1) σελ. 46, (2) σελ 7-16, (3) σελ 16-19, (4) σελ 39-58, (5) σελ 44-45, (6) σελ 29-30.

β. ΚΟΥΡΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ : Νοητική ανάπτυξη: βρεφική, νηπιακή, παιδική, εφηβική ηλικία, Θεσ/νίκη 2002. (1) σελ.123-132, (2) σελ451.

γ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ: Ψυχολογία της προσαρμογής, ΣΤ εκδ. Αθήναι. (1) σελ. 127, (2) σελ 103-199.

δ.ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ:    Περί Βλακείας. Μετάφραση : Γιώργος Δεπάστας, 14η Έκδοση, Εκδ. ΟΛΚΟΣ. Ε.Π.Ε. Αθήνα (1) σελ. 52, 53, (2) σελ.25.

ε. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εγχειρίδιο βλακείας, εκδ. Τόπος, Αθήνα 2008. (1) σελ.55, (2) σελ 66, (3) σελ 37-38, (4) σελ 83, (5) σελ.65.

Τελευταία τροποποίηση στις
Σακελλάρης Ν. Τρικοίλης   info@argokalymnos.gr

1 σχόλιο

Η Αργώ της Καλύμνου - καθημερινή ηλεκτρονική ενημέρωση