Η Αργώ της Καλύμνου - Καθημερινή ηλεκτρονική ενημέρωση για την Κάλυμνο και τα γύρω νησιά

Switch to desktop

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Π. Γεωργαντής: «Εχασα τα πόδια μου, αλλά στη βουτιά είμαι πρώτος» Κύριο

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Δυτών Σπογγαλιέων Οστρακαλιέων Καλύμνου, Παντελής Γεωργαντής, ανάπηρος από τη νόσο των δυτών, μιλάει για τα σφουγγάρια που κάποτε ήταν ο χρυσός της Καλύμνου.

Τέτοιες ημέρες στο νησί θα ξενυχτούσαν. Βιολιά, λαούτα και τσαμπούνες θα συνόδευαν τα τελευταία γλέντια των δυτών. Το χρεωστικό τεφτέρι «ήγραφε και όλο ήγραφε». Οι καπεταναίοι και τα κουμάντα* τους κάθε βράδυ θα έβγαιναν στον κατόπι των καλών δυτών.

Να μην τους διπλαρώσουν άλλοι καπεταναίοι και τους πάρουν αυτοί στα καΐκια τους. Τους είχαν δώσει βέβαια πλιάτικα*, τους είχαν κρατήσει τα φυλλάδια και είχαν δώσει τα χέρια αλλά πάνω στο κρασί και στα κεράσματα πολλοί δύτες ξελογιάζονταν και τσουρμάριζαν* με άλλους καπετάνιους. Αλλωστε το πόσους τόνους σφουγγάρια θα έφερνε πίσω ένας αχταρμάς* εξαρτιόταν από τον μοτορίστα,* τον τριχαντηνιέρη,* τον κολαουζέρη,* τον μαρκουτσέρη,* τους μπρατσωμένους κουπάδες,* αλλά πάνω από όλα εξαρτιόταν από τους βαθύτες* και μαζαρολάδες* που θα είχε καταφέρει να έχει μαζί του ο καπετάνιος. «Κέρνα λοιπόν τον σύντεκνο, βάλε μια οκιά κρασί στον κουμπάρο γιατί φτάνει η Λαμπρή». Και τότε τα καΐκια θα ‘φευγαν. Οι γυναίκες θα έβγαζαν τα άσπρα μαντίλια να χαιρετήσουν τα πληρώματα και μέχρι τα «γυρίσματα», τελειώματα Οκτώβρη - μέσα Νοέμβρη δηλαδή, θα φορούσαν μόνο μαύρες μαντίλες. Κάποιες θα τις φορούσαν μια ζωή. Οι μεσίστιες σημαίες των καϊκιών θα το καθόριζαν. Σημάδι ότι έχουν πάνω ένα άδειο κουστούμι δύτη. Γιατί το άψυχο σώμα του βουτηχτή θα είχε πονταριστεί στα ανοιχτά ή θα είχε θαφτεί σε έναν ξένο τόπο. Αν δεν καταλάβατε, αυτή ήταν η ιστορία της Καλύμνου για περισσότερο από έναν αιώνα.

Εχει σφουγγάρια ακόμη ο βυθός;

«Οχι πολλά. Από το '86 που τα πείραξε η ασθένεια χάθηκαν. Αλλά λειτουργεί ακόμα... την μπαλώνεις, που λέμε».

Στα πόσα μέτρα πας; 

«Εξαρτάται πού θα τα βρεις. Μπορείς να τα βρεις σε μία πιθαμή, μπορεί να τα βρεις στα 60 μέτρα».

Εγώ ρωτώ για σένα. Στα πόσα μέτρα βουτάς;

«Καμιά 65αριά, ανάλογα».

Με στολή πια, έτσι;

«Ε, ναι. Τώρα δουλεύουμε με αυτές τις στολές που φοράνε και οι δύτες. Απλά εμείς έχουμε άλλο σύστημα κατάδυσης, έχουμε τα κομπρεσέρια μας, τα λάστιχά μας, τον αργιλέ. Και με αυτή τη μέθοδο βουτάμε».

Βουτάτε με ένα λάστιχο στο στόμα, γι' αυτό λέτε «αργιλέ»;

«Το κομπρεσέρ στέλνει τον αέρα από την μπουκάλα που είναι πάνω στο σκάφος σε εμάς. Με τα λάστιχα πάντα».

Τα λάστιχα που κάποτε σκοτώνανε.

«Εντάξει, λάστιχο είναι. Μια απροσεξία ή μία κλούβα να φύγει... πάντα συμβαίνουν ατυχήματα αλλά είναι πολύ σπάνιο πια. Μία στο εκατομμύριο».

Την πρώτη φορά που πήγες για σφουγγάρια πόσων χρόνων ήσουν;

«Πήγαινα από πολύ μικρός με τον πατέρα μου. Με τα γυαλάδικα*. Στην αρχή, για να μην γκρινιάζω, μου έπαιρναν καραμέλες και κοιμόμουν στην πλώρη».

Εβλεπαν τον βυθό από ένα γυαλί στην επιφάνεια.

«Ναι, είχαν ένα βαρελάκι ή μια λεκάνη που αντί για πάτο είχε ένα γυαλί. Και από εκεί μέσα έβλεπαν τα σφουγγάρια. Και τα καμάκωναν ή βουτούσαν και τα έπιαναν».

Εσύ το πρώτο σου σφουγγάρι πόσων χρόνων το έβγαλες;

«Θα πρέπει να ήμουν στην τρίτη δημοτικού».

Με ποια μέθοδο τότε;

«Με ρεβέρα*. Βουτάγαμε και όπου φτάναμε. Δέκα, δεκαπέντε μέτρα. Υπήρχε άλλος που πήγαινε και στα 30-35 μέτρα.

Εχει χαθεί πολύς κόσμος στις θάλασσες για τα σφουγγάρια.

«Ναι, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχαν βυθόμετρα και ρολόγια για να κρατήσουν τους χρόνους. Εν τω μεταξύ ήταν πολλοί οι δύτες σε κάθε σκάφος και λίγος ο χρόνος αποσυμπίεσης. Τώρα βέβαια πολύ σπάνια να έχουμε κάποιο ατύχημα».

Και εσύ πώς την πάτησες;

«Το καλοκαίρι του 2000. Ημουν 55 λεπτά, στα 65 μέτρα. Στην ανάδυση, ο κολαουζέρης* δεν πρόσεξε ότι είχα πιάσει το σκαντάλιο* για να κάνω αποσυμπίεση, έκανε μπροστά το σκάφος... γρήγορη ανάδυση κι έγινε το ατύχημα».

Κανονικά τι θα έπρεπε να είχε γίνει;

«Επρεπε να φύγω από τα 60 μέτρα και να ανέβω σιγά σιγά στα 15. Μετά να πάω στα 12, στα 9, στα 6, στα 3 και να κάνω ανάδυση. Αλλά ο άλλος έκανε μπρος το καΐκι και με πήρε μαζί του. Την άφησα εγώ τη σκανδαλόπετρα μόλις είδα ότι με έσερνε αλλά ήταν πολύ αργά. Με ξενέρισε εντελώς. Ε, μετά κατέβηκα ξανά κάτω έκατσα στα 6 μέτρα περίπου μιάμιση ώρα...»

Για να κάνεις αποσυμπίεση.

«Είδα όμως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και λέω «θάλαμος αποσυμπίεσης οπωσδήποτε». Βγήκα επάνω, με πήρε ένας άνθρωπος με ταχύπλοο, καλά να είναι, αλλά δεν λειτουργούσε ο θάλαμος στο νοσοκομείο στην Κάλυμνο.

Αν λειτουργούσε θα το προλάβαινες; Τι λένε οι γιατροί;»

«Βεβαίως. Μέσα σε 13 ώρες επανέρχεσαι. Εγώ σε 40 λεπτά ήμουν στην Κάλυμνο».

Κανένα άλλο κοντινό νοσοκομείο δεν είχε θάλαμο αποσυμπίεσης;

«Μόνο στα Χανιά, στη Σούδα. Ηρθε το ΕΚΑΒ, διαδικασίες, διάφορα, και κάποια στιγμή, τέλος πάντων, με πάει εκεί. Με το που καθίζει το ελικόπτερο έρχονται και μου λένε: "Ρε φίλε, τι σε έστειλαν εδώ, αφού τους είπαμε ότι και εδώ υπολειτουργεί ο θάλαμος". Ε, έμεινα στα Χανιά και το πρωί μου λένε «πρέπει να πας για την Αθήνα». Με το αεροπλάνο της γραμμής δηλαδή γιατί αφού ήδη είχα μπει στο ΕΚΑΒ, δεν ερχόταν ξανά...»

Μία φορά σε σώζει το ΕΚΑΒ…

«Πήγα με την Ολυμπιακή, εγώ ήθελα βάθος και αυτοί με έστειλαν στον Θεό. Τέλος πάντων έφτασα στο Ναυτικό Νοσοκομείο παράλυτος εντελώς».

Και πώς επανήλθες;

«Τις πρώτες ημέρες με βάζανε στον θάλαμο αποσυμπίεσης πρωί - μεσημέρι - βράδυ. Μετά με βάζανε πρωί - βράδυ και μετά μια φορά την ημέρα. Σε έναν μήνα μπόρεσα να καθήσω στο καροτσάκι και πέταγα από τη χαρά μου. Μετά, με τη γυμναστική, σε δυο-τρεις μήνες άρχισα να περπατάω με το μπαστούνι. Πάλι καλά δηλαδή, γιατί από αυτή τη δουλειά έχω χάσει και τον αδελφό μου, πριν από 15 χρόνια».

Από τη νόσο των δυτών και αυτός;

«Είχε κάνει μία βουτιά στη Σάμο... Εγώ εκείνη την εποχή είχα βάλει μία καινούρια μηχανή στο καΐκι και πήγα στα βαπόρια για να την ξεχρεώσω και είχε πάει με άλλο σκάφος. Από ό,τι έμαθα ήταν κάπου στα 60 μέτρα, κάτι έγινε με τις φιάλες, δεν ξέρω και λεπτομέρειες, άλλοι μου τα μετέφεραν κι εμένα, και την πάτησε. Τώρα πώς και τι... όταν δεν είσαι εκεί δεν μπορείς να λες και πολλά».

Και παρότι έχασες τον αδελφό σου στον βυθό εσύ συνέχισες.

«Σαράντα δύο χρόνων τον έχασα τον αδελφό μου».

Τι είναι αυτό; Αλκοολίκι για τα σφουγγάρια;

«Αλκοολίκι... εντάξει, εγώ μεγάλωσα σε μία οικογένεια σφουγγαράδων. Ο πατέρας μου είναι τώρα κοντά 100 χρόνων και άμα του πεις πάμε, θα πάει. Και όταν σταμάτησε να βουτάει για σφουγγάρια πήγαινε για χταπόδια. Τα ίδια και ο παππούς και ο αδελφός και ο θείος».

Είναι αυτό που λένε έχει μπει η θάλασσα στο αίμα σας.

«Είναι στο DNA μας. Μα βλέπεις ότι παρότι έχασα τον αδελφό μου, έχασα τα πόδια μου, συνεχίζω. Εχω δικό μου σκάφος και θα μπορούσα να πάω σαν καπετάνιος μόνο. Αλλά είμαι και στη βουτιά πρώτος πρώτος. Είναι το αλκοολίκι, όπως είπες, αλλά είναι και οι υποχρεώσεις. Εχω μικρά παιδιά να ζήσω. Αυτό μάθαμε, αυτό κάνουμε».

Συγγνώμη που επιμένω, αλλά στη στεριά περπατάς με μπαστούνι. Στον βυθό;

«Στον βυθό λίγο με τα χέρια, λίγο με τα πόδια. Αντί να καλύψω 200 μέτρα που κάλυπτα όταν ήταν καλά τα πόδια μου, τώρα θα κάνω 100 μέτρα. Κάτι είναι κι αυτό. Αλλά στον βυθό δεν κουράζεσαι όπως στη στεριά. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος να σκοντάψεις και να πέσεις. Αισθάνεσαι ελαφρύς εκεί».

Κάτι ανάμεσα στο να πετάς και να προχωράς.

«Μπράβο! Εν τω μεταξύ και ο βυθός είναι βυθός, είσαι σε άλλη μαγεία».

Πόσοι βουτάτε για σφουγγάρια ακόμη εδώ;

«Πρέπει να είμαστε καμιά εκατοστή άτομα μαζί με αυτούς που είναι στη Μηχανιώνα και βουτάνε για όστρακα. Τώρα που θα φτιάξει ο καιρός θα έρθουν πίσω».

Πόσο διαρκούν τα ταξίδια σου. Παλιότερα οι σφουγγαράδες έλειπαν για 7-8 μήνες συνεχόμενους.

«Ανάλογα πού θα πας. Βόρειο Αιγαίο; Νότιο; Λιβύη; Με έναν φίλο πήγαινα τα τελευταία χρόνια στην Ιταλία για τρεις συνεχόμενες σεζόν. Μάιο φεύγαμε, Σεπτέμβρη γυρνάγαμε, με τις μπουνάτσες. Οπως οι παλιοί».

Μπορείς να βουτάς και στην Ιταλία; Δεν χρειάζεται άδεια;

«Στα διεθνή βουτάμε. Εχει κάτι πάγκους* στα 40-50 μέτρα. Αλλά τα σφουγγάρια είναι πια λίγα. Τα περισσότερα βέβαια και τα καλύτερα είναι στην Κρήτη».

Οι Κρητικοί δεν βουτάνε;

«Οχι, όχι, κανείς. Μόνο οι Καλύμνιοι συνεχίζουν αυτή τη δουλειά. Κανείς άλλος».

Και τι τιμή πιάνουν τα σφουγγάρια σήμερα;

«Τα κρητικά μπορεί να έχουν και 150 ευρώ το κιλό. Στεγνά βέβαια. Αλλά οι κυβερνήσεις μας έχουν στριμώξει άγρια. Δηλαδή δεν μας αφήνουν να πάμε σε περιοχές που είναι γεμάτες σφουγγάρια. Στις Βόρειες Σποράδες τα σφουγγάρια πρέπει να έχουν βγει πάνω στη στεριά αλλά επειδή υπάρχουν οι φώκιες μάς απαγορεύουν να πάμε. Πείτε μου εσείς το γιατί».

Φαντάζομαι για να μην τρομάζουν οι φώκιες.

«Μα θα πειράξουν οι σφουγγαράδες τις φώκιες; Λες και αλλού που βουτάμε δεν βρίσκουμε φώκιες. Εμείς δεν βουτάμε με όπλα. Η αλιεία που κάνουμε είναι επιλεκτική, είναι με τα χέρια μας. Δεν καταστρέφουμε, δεν σέρνουμε κάτι στον βυθό. Και αρχαία άμα βρει κάποιος από εμάς θα πάει να τα δηλώσει».

Ναι, αλλά αν μαζευτούν όλες οι βάρκες στις Σποράδες οι φώκιες θα εξαφανιστούν.

«Μα δεν λέω να πάμε όλοι στις Σποράδες. Να μπουν κανόνες. Να πουν: "Ρε παιδιά, εντάξει, θα σας ελέγχουμε, πηγαίνετε με προσοχή και βγάλτε τα". Αλλά όχι να λένε "ούτε να περάσει καΐκι από εκεί"».

Πόσα παιδιά έχεις;

«Τέσσερα».

Θα έκανες κανένα βουτηχτή;

«Κοίταξε, ο πρώτος μου γιος ξέρει να βουτάει. Εχει τα πτυχία του. Τώρα είναι στον Ασπρόπυργο, μηχανικός Εμπορικού Ναυτικού. Αν κάποτε δεν του αρέσει εκεί, το σκάφος δικό του είναι. Αλλά επειδή τα σφουγγάρια έχουν λιγοστέψει δεν έχει νόημα να πεις ότι το παιδί σου θα κάνει αυτό το επάγγελμα. Μην κοιτάς εμένα που είχα την τρέλα και άφησα την τράπεζα για τις βουτιές».

Τι, ήσουν τραπεζικός υπάλληλος;

«Εννιά χρόνια στην Εθνική, αλλά δεν μου άρεσε. Δεν την ήθελα με τίποτα. Και επέστρεψα εδώ. Από τότε έχω αλλάξει 5 σκάφη. Το πρώτο ήταν έξι μέτρα, τώρα έχω ένα δέκα μισό μέτρα. Προτιμώ να γυρνάω το Αιγαίο από το να είμαι στο γραφείο».

Λεξιλόγιο
αχταρμάς: σφουγγαράδικο καΐκι
βαθύτης: ο δύτης που βουτούσε στα βαθιά νερά
γυαλάδικα: πλεούμενο από όπου έβλεπαν το βυθό με ένα γυαλί
κολαουζέρης: αυτός που καθοδηγεί με σχοινί τον δύτη
κουπάδες: οι ναύτες που κάνουν κουπί
κουμάντα: οι άνθρωποι του καπετάνιου
μαζαρολάς: ο δύτης που αντέχει πολύ χρόνο στα βαθιά
μαρκουτσέρης: ο χειριστής των αεροσωλήνων
μοτορίστας: μηχανικός
πάγκοι: ξέρες
πλιάτικα: προκαταβολές
ρεβέρα: ελεύθερη κατάδυση
σκαντάλι: πλατιά τρίγωνη πέτρα που κρατά ως βαρίδι ο δύτης
τριχαντηνιέρης: ο τιμονιέρης του σφουγγαράδικου
τσουρμάρισμα: κλείσιμο συμφωνίας

(ΤΑ ΝΕΑ, 9.3.13)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι έχετε συμπληρώσει όλα τα πεδία με το (*). Η Αργώ της Καλύμνου διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου των σχολίων πριν την ανάρτησή τους. Τα ανάρμοστα και προσβλητικά σχόλια δεν θα δημοσιεύονται.

Η Αργώ της Καλύμνου - καθημερινή ηλεκτρονική ενημέρωση

Top Desktop version