Η Αργώ της Καλύμνου - Καθημερινή ηλεκτρονική ενημέρωση για την Κάλυμνο και τα γύρω νησιά

Switch to desktop

Δανιήλ Α. Ζερβός: 1829. Μια παραλίγο μετοικεσία των Καλυμνίων!

Από το 1822 μέχρι και το 1830, οπότε καθορίστηκαν τα Ανατολικά σύνορα του Ελληνικού Κράτους στον 26ο μεσημβρινό, η Κάλυμνος, αν και επισήμως δεν μετείχε στην Ελληνική Επανάσταση, εθεωρείτο μέρος της Ελληνικής επικράτειας. Ανήκε στην επαρχία Πάτμου και διοικούνταν από απεσταλμένους της Ελληνικής Διοίκησης. (βλ. Δανιήλ Α. Ζερβού ‘‘Η Κάλυμνος υπό Ελληνική διοίκηση 1822-1830’’ στα Καλυμνιακά Χρονικά, τ. ΙΘ’ –2011–).

(Σημείωση 5 Νοεμβρίου 2013)

Μετά την τελευταία ανακαίνιση της ΑΡΓΩ, δεν υποστηρίζεται πλέον η

πολυτονική γραφήτης Ελληνικής γλώσσας. Έτσι μετέγραψα μονοτονικά

τα κομμάτια που προέρχονται από τα παλιά έγγραφα.

Το 1829 ο «Έκτακτος Γενικός Έφορος των λιμένων της Επικρατείας»  Αντώνιος Τζούνης, υπέβαλε στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια μια έκθεση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κάλυμνο και τους Καλύμνιους.

Την έκθεση αυτή τη βρήκα στη σελίδα 57 του 23ου τόμου των Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, που εκδίδει η Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, και τα οποία (20 τόμους ψηφιοποιημένους σε CD και 3 έντυπους), είχε την ευγενή καλοσύνη να μου προμηθεύσει το καλοκαίρι του 2011, ικανοποιώντας σχετικό αίτημά μου, ο συμπατριώτης μας, τότε Βουλευτής, κύριος Γεώργιος Κασσάρας, στον οποίο και από αυτή τη θέση εκφράζω άπειρες ευχαριστίες.

Αυτός λοιπόν ο έφορος των λιμένων της επικρατείας περιοδεύει στις διάφορες περιοχές του νεοσύστατου κράτους, καταγράφει τα προβλήματα που διαπιστώνει και εισηγείται στον Καποδίστρια τις κατά την άποψή του αρμόζουσες λύσεις.

Στην μακροσκελή αυτή έκθεση ασχολείται με το πρόβλημα των λεπρών και της διάδοσης της λέπρας, η οποία φαίνεται ότι παρουσίασε έξαρση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Αρχικά περιγράφει και διεκτραγωδεί την κατάσταση στην Πελοπόννησο, όπου οι λεπροί προσπαθούν να κρύψουν την ασθένειά τους και οι οικογένειες κρύβουν τα άρρωστα μέλη τους, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η μετάδοση της λέπρας σε υγιείς και να οξύνεται το πρόβλημα. Ως λύση προτείνει την απομόνωση των λεπρών σε μικρά ακατοίκητα παράκτια νησιά της Πελοποννήσου.

Ακολούθως περιοδεύει στα νησιά του Αιγαίου, όπου παρατήρησε, όπως γράφει στην έκθεσή του, ότι σε όλα ανεξαιρέτως τα νησιά υπάρχουν αρκετοί λεπροί, αλλού περισσότεροι και αλλού ολιγότεροι, και υποβάλλει προς τον Κυβερνήτη την πρόταση:

«ομού με την πρόνοιαν κατά της λώβης, να γίνουν έτι δύο καλά κατά τας νήσους, ασυγκρίτω λόγω μεγαλύτερα και ωφελιμότατα διά την Ελλάδαν.»

[Σημ. λώβη=λούβα, λέπρα]

Συνεχίζει αναπτύσσοντας αυτά τα ‘‘δύο καλά κατά τας νήσους’’, που αφορούν τα νησιά Κάσο, Ίο, Κάλυμνο και Αμοργό και παρουσιάζει την φαεινή(!) του ιδέα και τα επιχειρήματα με τα οποία την υποστηρίζει.

Στην αρχή γράφει για την Κάσο οτι είναι «γη πετρώδης εις τον έσχατον βαθμόν και άνυδρος», που δεν έχει γεωργία, εκτός από λίγες συκιές και αμπέλια, και ταυτόχρονα είναι «διόλου αλίμενος, και τα πλοία της τα μεν τα προσορμίζει με πολύ κίνδυνον εις τα απέναντι αυτής απρόσιτα ξερόνησα, τα δε σύρει με πολλούς κόπους και έξοδα τον χειμώνα, και με πολλήν βλάβην, επάνω είς τινας πέτρας των παραλίων της, διότι και άμμου υστερείται», ενώ οι κάτοικοί της είναι κατά κύριο λόγο ναυτικοί «έκδοτοι εις το εμπόριον και χρήσιμοι εν καιρώ πολέμου».

Μετά γράφει για την Ίο ότι είναι ένα νησί με πολλή και εύφορη γεωργική γη, με άφθονα νερά, με ευρύχωρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά με λίγους και «αμελείς» κατοίκους.

Και συνεχίζει προτείνοντας τη μετεγκατάσταση των κατοίκων της Κάσου στην Ίο, όπου «θέλει συνευτυχίσουν με τους αυτόχθονας Ίους».

Για την Κάλυμνο αναφέρει στη συνέχεια της έκθεσης:

«Η νήσος Κάλυμνος, ομοία με την Κάσσον ξηρά και άκαρπος, έχει και αυτή κατοίκους όλους ναύτας κολυμβητάς καταγινομένους εις την μόνην σύναξιν των σπόγκων από τα βάθη της θαλάσσης. Δεν έχουν μήτ̕  αυτοί λιμένα, και τον χειμώνα σύρουν έξω εις την γην όλα των τα πλοιάρια, αναβαίνοντα κατά τον αριθμόν ενίοτε περί τα εκατόν, ενίοτε δε, ένεκεν του λιμένος, χάνουν τόσα, ώστε καταντούν καθώς την σήμερον, νά έχουν μόνον εβδομήκοντα. Αυτοί οι άνθρωποι μετέρχονται αυτό το επικίνδυνον, αλλ̕ επικερδέστατον επιτήδευμα το καλοκαίρι, διά να εξοδεύσουν τον χειμώνα όλα των τα κέρδη εις μέθας και ασωτίας, ώστε διά να ευχαριστήσουν την μέθην των αναγκάζονται και να προπωλούν, τους μέλλοντας να κυνηγήσουν σπάγκους, εις ουτιδανάς τιμάς. Τους πολούν δε εις τους γείτονάς των Τούρκους Κώους και Ροδίους, εις τούς εκεί ευρωπαϊκούς πράκτορας, και ολίγους είς τινας προκρίτους συμπολίτας των, διά τούτο είναι πάντοτε γυμνοί και ενδεείς.»

Μετά την σύντομη αυτή αναφορά στην Κάλυμνο και τους κατοίκους της, όχι και τόσο κολακευτική για τους προγόνους μας, συνεχίζει περιγράφοντας την Αμοργό ως ένα νησί με εκτεταμένη και εύφορη γεωργική γη, με άφθονα νερά, επιφανειακά και υπόγεια, με ευρύχωρο και ασφαλές λιμάνι, αλλά με λίγους κατοίκους, που τους χαρακτηρίζει «ράθυμους», δηλαδή τεμπέληδες και ανεπρόκοπους. 

Και προτείνει:

«Εις την νήσον ταύτην αρμόζει πάλιν να μετοικισθούν οι Καλύμνιοι διά να ασφαλισθούν και από την θάλασσαν, και από τούς γείτονάς των Τούρκους. Όταν τούτο αποφασισθή, και αν αι νήσοι Σύμη, Χάλκη και Τήλος ή Επισκοπή, ομοιότεχνοι και όμοιοι οι κάτοικοί των κατά τα ήθη και έθιμα με τούς Καλυμνίους, μείνουν έξωθεν της γραμμής της Ελληνικής Επικρατείας, οι κάτοικοι αυτών εμπορούν διαταττόμενοι, ή προτρεπόμενοι, να τρέξουν και αυτοί εις την ευλίμενον Αμουργόν και να συγκατοικήσουν ανεγείροντες πόλιν ή πόλεις εις την από βρύσες περιρρεομένην περιφέρειαν του μεγάλου λιμένος της νήσου αυτής όπου φαίνονται ερείπια και σώζονται υπόγειαι αποθήκαι μεγάλης και λαμπράς πόλεως ασβεστοκτίστου.

Οι Κάσσιοι και Καλύμνιοι εις τας νυν πατρίδας των, δεν έχουν να ζημιωθούν άλλο ειμή τας οικίας των και ολίγα τινά συκόδενδρα, δύνανται όμως να αποκτήσουν ευκόλως δένδρα καλλίτερα, και τας οικοδομάς λαμπροτέρους εις τας νήσους Ίον και Αμουργόν εξασφαλιζομενοι εκεί, φέροντες δε την ναυτιλίαν και το εμπόριον εκεί, θέλει συνευτυχίσουν με τους πρώην κατοίκους, οι οποίοι δεν θέλει θυσιάσουν, ειμή μικρόν μέρος της γης των, και τας ανωφελείς πέτρας. Η θυσία των όμως, ως προς τα μέλλοντα κέρδη των, δεν θέλει είναι τίποτε. Μ̕ όλον τούτο η Σ. Κυβέρνησις, δύναται νά βοηθήση και ευχαριστήση αμφότερα τα μέρη, και δεν θέλει αργήσει να αποζημιωθή από το εμπόριον αυτών των κοινοτήτων, και μάλιστα από το εισόδημα των σπόγγων, των οποίων ο δασμός είναι δίκαιον να ελαττωθεί, ως και άλλοτε ανεφέρθην, διά να παρακινηθούν και οι κάτοικοι των νήσων Σύμης, Χάλκης και Επισκοπής να γίνουν Ελλαδίται.

Δεν μοι φαίνεται έξω του πρέποντος και των χρεών μου να ειδοποιήσω την Σ. Κυβέρνησιν ότι και από την Ελληνικήν νήσον Κάλυμνον, το καλοκαίρι τούτο πολλοί διέβησαν εις την Ρόδον όπου ηγόρασαν ως ραγιάδες χαρατζοχάρτια και υπήγαν εις την Συρίαν και Κύπρον να ψαρεύσουν σπόγγους, δώσαντες εγγύησιν να φέρουν τους σπόγγους και να τους παραδώσουν είς τινας κονσόλους συντρόφους του Σουκιούρμπεη εν Ρόδω με τιμήν χαμηλήν προσυμφωνημένην, ώστε κατά τούτο ζημιούνται πολύ και οι πολίται και το Εθνικόν Ταμείον. Σημειωτέον δε, ότι εις την Συρίαν και Αφρικήν εξάγονται οι αξιολογώτεροι σπόγγοι, και τούς σπόγγους εν γένει δεν τούς εξάγουν άλλοι, ειμή οι Έλληνες κάτοικοι των ειρημένων νήσων, και πολλά ολίγοι κάτοικοι άλλων νήσων, ως άρχισαν ήδη και οι Σάμιοι.

[Σημ. Μεχμέτ Σουκιούρμπεης ονομαζόταν ο τότε Βαλής (= Νομάρχης, διοικητής) της Ρόδου. Λέγεται ότι ήταν γενίτσαρος και καταγόταν από τη Μάνη, γόνος της οικογένειας των Μαυρομιχαλέων και αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Είχε τη φήμη ιδιαίτερα σκληρού και φανατικού χριστιανομάχου.]

Μετά την μετοίκησιν λοιπόν των Κασσίων και Καλυμνίων ως ερρέθη, αι μένουσαι έρημοι πόλεις των, είναι αρμόδιαι να κατοικισθούν εν αυταίς όλοι οι λεπροί του κράτους. Εις μεν την μίαν νήσον οι άρρενες και τα άρρενα παιδία, εις δε την άλλην αι γυναίκες με τα θήλεα, παρευρισκόμενοι εις κάθε μίαν και εις αστυνόμος ή αρχιφύλαξ, με μίαν συνοδίαν φρουράς, νά φυλάττη μ̕ αυστηρότητα, ίνα μη συγκοινωνήση μετ᾿ εκείνων τινάς καθαρός.»

Στο τέλος υποδεικνύει και πώς θα καλυφθεί η δαπάνη για τη συντήρηση των λεπρών στα νησιά–λεπροκομεία. Προτείνει να δώσει η Κυβέρνηση σε ‘‘καλούς οικονόμους’’, αφού προφανώς τα οικειοποιηθεί, τα μοναστηριακά και τα κοινοτικά κτήματα αυτών των νησιών (Κάσου και Καλύμνου), με τα εισοδήματα των οποίων θα καλύπτονται τα έξοδα της συντήρησης των λεπρών και των φρουρών και θα μένει και περίσσευμα στο ‘‘Εθνικόν Ταμείον’’. Και όταν, με το καλό, εξαλειφθεί η λέπρα, τότε «αι δύο νήσοι Κάσσος και Κάλυμνος μένουν εθνικαί διά παντός.» 

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν σήμερα τα πράγματα, αν είχε πραγματοποιηθεί εκείνο το σχέδιο. Το γεγονός είναι ότι ο καθορισμός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, που άφησε έξω τα νησιά μας, απέτρεψε και τη μετατροπή της Καλύμνου, και της Κάσου, σε …λεπροκομείο της Ελλάδος. 

 

Τελευταία τροποποίηση στις
Δανιήλ Ζερβός

Δανιήλ Ζερβός

E-mail Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι έχετε συμπληρώσει όλα τα πεδία με το (*). Η Αργώ της Καλύμνου διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου των σχολίων πριν την ανάρτησή τους. Τα ανάρμοστα και προσβλητικά σχόλια δεν θα δημοσιεύονται.

Η Αργώ της Καλύμνου - καθημερινή ηλεκτρονική ενημέρωση

Top Desktop version