«Γύριζε, μη σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είν' εδώ, τον προσκυνά η πλεμπάγια[1],
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δε θα 'βρει.
Αλάργα. Μόρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια[2].
Από θαμπούς ντερβίσηδες[3] και στέρφους μανταρίνους[4]
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους![5]
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.[6]
Δεν έχεις Όλυμπε Θεούς, μηδέ λεβέντες Οσσα[7],
ραγιάδες έχεις μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί[8] καταφρονάν τη θεία τραχειά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες[9] και λογοκόποι ζωίλοι[10],
και Μαμμωνάδες βάρβαροι[11], και χαύνοι λεβαντίνοι[12],
λύκοι ώ κοπάδια οι πιστικοί και ψωριασμένοι σκύλοι[13]
κι οι χαροκόποι[14] αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!»
[1] Ο φτωχός λαός, ο λαουτζίκος
[2] Ο εφιάλτης και μοίρα του λαού μας είναι τα μουράγια, η φυγή
[3] Οι πολιτικοί χορεύουν αλλοπαρμένοι στο ημίφως
[4] Άγονοι, χαραμοφάηδες, γραφειοκράτες
[5] Στις κωμικές φιγούρες της πολιτικής μας ζωής
[6] Μόνο στήριγμα του η παιδεία, οι δάσκαλοι του
[7] Το βουνό που είχε λεβέντες πολεμιστές
[8] Άνθρωποι άδειοι και κοπρίτες
[9] Τυχοδιώκτες πολιτικοί που είναι πρώτοι στα παχιά λόγια
[10] Ζωίλος: αρχαίος σοφιστής και γραμματικός που επέκρινε με δριμύτητα τον Όμηρο
[11] Βάρβαροι πολιτικοί που το μυαλό τους είναι στο χρήμα
[12] Στέκονται σαν τους χάνους μπροστά σε ανθρώπους που δεν έχουν εθνική συνείδηση
[13] Ψωριασμένοι σκύλοι, πιστοί στ’ αφεντικά τους, πέφτουν επάνω μας σαν λύκοι κατά κοπάδια
[14] Οι καλοπερασάκηδες που γλεντοκοπούν αχόρταγα χωρίς να σκέφτονται τίποτα.










